Η Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Κοινωνία Πολιτών
12.02.2026
Με πρωτοβουλία των οργανώσεων Ευρωπαϊκή Έκφραση και επέκεινα χώρα, πραγματοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2026 διαδικτυακή συνάντηση με χαρακτήρα σύσκεψης και θέμα "Η Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Κοινωνία Πολιτών". Στη συνάντηση συμμετείχαν ηγετικά στελέχη από τον κόσμο των Οργανώσεων Κοινωνίας Πολιτών και έγιναν σύντομες παρουσιάσεις από τη Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, τη Φαίη Μακαντάση, Διευθύντρια Ερευνών ΔιαΝΕΟσις και τη Σοφία Πέππα, PhD Σύμβουλος Υπ.Εσωτερικών, αρμόδια για ΟΚοιΠ Ν.4873/2021. Βασικά θέματα που συζητήθηκαν ήταν ο ρόλος και η συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η συνταγματική προστασία και η ενίσχυση της κοινωνίας πολιτών, η σχέση μεταξύ κράτους και οργανώσεων κοινωνίας πολιτών, ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας. 

Φαίη Μακαντάση, Διευθύντρια Ερευνών ΔιαΝΕΟσις

Το Σχέδιο δράσης για την Κοινωνία Πολιτών πρόκειται για μια δουλειά που έκανε η διαΝΕΟσις ως μέλος του Ιδρύματος Μποδοσάκη, αξιοποιώντας την ερευνητική της εμπειρία, προκειμένου να φωτίσει τις αντιλήψεις και τις απόψεις των πολιτών σε ένα ευρύ φάσμα ερωτήσεων. Από το πόσο καλά γνωρίζουν οι Έλληνες τα κοινωφελή ιδρύματα και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, μέχρι το πώς αξιολογούν τη δραστηριότητά τους, σε τι βαθμό τα εμπιστεύονται και πώς αντιμετωπίζουν έννοιες όπως ο εθελοντισμός, ο ακτιβισμός και η αλληλεγγύη. Ο στόχος αυτού του σχεδίου δράσης είχε να κάνει με την ανάδειξη της κοινωνίας των πολιτών ως έναν από τους βασικούς πυλώνες της δημοκρατίας. Πώς επιτυγχάνεται βέλτιστα η διασύνδεση μεταξύ Πολιτείας, οργανώσεων και πολιτών; Πώς μπορούν να βελτιωθούν οι σχέσεις εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι η εμπιστοσύνη είναι αρκετά χαμηλή – όχι τόσο προς τα κοινωφελή ιδρύματα, όσο προς τις μη κυβερνητικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών; Πώς ανταποκρίνεται η κοινωνία των πολιτών στις σύγχρονες ανάγκες και πώς μπορεί να ενισχυθεί ο διάλογος σχετικά με τον ρόλο και τη λειτουργία της;

Το σχέδιο είναι δημόσια και δωρεάν προσβάσιμο. Αποτυπώνει την υφιστάμενη κατάσταση, αναφέρει καλές και βέλτιστες πρακτικές, παρουσιάζει το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο, εξετάζει ζητήματα οικονομικής διαχείρισης και αυτορρύθμισης και καταλήγει σε σύνοψη προτάσεων πολιτικής. Η έρευνα που παρουσιάζεται είναι δημοσκοπική: τι πιστεύουν οι Έλληνες γύρω από τα διάφορα ζητήματα. Πρόκειται για πανελλαδική έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την MRB. Έγιναν τηλεφωνικές συνεντεύξεις, ενώ προσεγγίστηκε και ο νεότερος πληθυσμός μέσω διαδικτύου. Διερευνήθηκε η στάση απέναντι στη φιλανθρωπία και την κοινωνική προσφορά. Οι πολίτες ρωτήθηκαν πόσο αποτελεσματικούς θεωρούν τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών και τα ιδρύματα σε διάφορους τομείς δράσης. Δεν υπάρχει ομοιομορφία: σε κάποιους τομείς θεωρείται αποτελεσματικότερο το κράτος, σε άλλους οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ή τα κοινωφελή ιδρύματα. Εξετάστηκε επίσης η στάση απέναντι σε θεσμούς και έννοιες, καθώς και ο βαθμός εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Το ενδιαφέρον ήταν ότι τα κοινωφελή ιδρύματα συγκεντρώνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ακόμη και από την Εκκλησία. Αντίθετα, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, παρότι προηγούνται των πολιτικών κομμάτων και των συνδικάτων, βρίσκονται χαμηλότερα στη σχετική κατάταξη.

Σε ό,τι αφορά τις έννοιες, η ελληνική κοινωνία φαίνεται να χαρακτηρίζεται από ένα πλέγμα ηθικών αξιών, με πολύ υψηλά ποσοστά αποδοχής για τον εθελοντισμό, την αλληλεγγύη και τη φιλανθρωπία. Μια ακόμη έννοια που εξετάστηκε για πρώτη φορά είναι ο ακτιβισμός. Έχει ενδιαφέρον ότι σχεδόν δύο στους τρεις Έλληνες (63,4%) αξιολογούν θετικά τον ακτιβισμό ως έννοια. Σχετικά με τις προθέσεις και τις πρακτικές προσφοράς, διαχρονικά καταγράφεται μεγαλύτερη συμμετοχή στην παροχή υλικής βοήθειας (τρόφιμα, ρουχισμός, φάρμακα): το 67,2% δηλώνει ότι τους τελευταίους 12 μήνες έχει προβεί σε τέτοια δράση. Το 43,7% έχει προσφέρει χρηματική βοήθεια, ενώ το 20,2% έχει προσφέρει εθελοντική εργασία για την υποστήριξη σημαντικών σκοπών της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, μόνο ένας στους δέκα πολίτες έχει καταβάλει οικονομική βοήθεια σε κάποια ΜΚΟ. Το 3,9% δηλώνει ότι είναι μέλος ΜΚΟ, ενώ το 7,2% αναφέρει ότι έχει ωφεληθεί από κάποια δράση τους.

Στην ερώτηση πόσο καλά γνωρίζουν τη δράση των φορέων, το 38,1% απάντησε ότι γνωρίζει «πολύ» ή «αρκετά» τα κοινωφελή ιδρύματα. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις ΜΚΟ είναι χαμηλότερο. Ως προς την αξιολόγηση των δράσεων, ανεξάρτητα από τον βαθμό γνωριμίας, το 68,7% αξιολογεί θετικά τα κοινωφελή ιδρύματα, ενώ το 45,9% τις ΜΚΟ. Βεβαίως, πρόκειται για μέσους όρους. Για παράδειγμα, η γενιά Ζ αξιολογεί τις δράσεις των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών με πολύ υψηλότερα ποσοστά. Όταν οι συμμετέχοντες στην έρευνα ρωτήθηκαν αν οι φιλανθρωπικές δράσεις γίνονται από αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, το 62% απάντησε θετικά για τα ιδρύματα και το 46% για τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, καταγράφεται και έντονη καχυποψία: το 70,4% θεωρεί ότι οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ενδέχεται να καλύπτουν και άλλους σκοπούς μέσω των φιλανθρωπικών δράσεων.

Σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα ανά τομέα, τα κοινωφελή ιδρύματα θεωρούνται πιο αποτελεσματικά στην παροχή τροφίμων, στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και σε δράσεις πολιτισμού. Το κράτος θεωρείται πιο αποτελεσματικό στη διαχείριση κρίσεων (φυσικές καταστροφές, πανδημία), καθώς και σε ζητήματα εκπαίδευσης και υγείας. Οι ΜΚΟ αξιολογούνται ως πιο αποτελεσματικές στην προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην καταπολέμηση της φτώχειας. Στη συνολική κατάταξη αποτελεσματικότητας προηγείται το κράτος, ακολουθούν τα κοινωφελή ιδρύματα, οι επιχειρήσεις και τελευταίες οι ΜΚΟ. Σε σχέση με την ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι πολίτες τονίζουν τη σημασία της απόλυτης διαφάνειας στις διοικητικές και οικονομικές πράξεις, της ανάρτησης στοιχείων στο διαδίκτυο, της ύπαρξης ανοιχτών δεδομένων και του ελέγχου από ανεξάρτητες αρχές και το κράτος. 

Σχετικά με την οικονομική βιωσιμότητα, ένας στους δύο πολίτες (49,7%) προτιμά ένα μείγμα δωρεών και κρατικής ενίσχυσης, με μικρότερη συμμετοχή του κράτους. Οι δωρεές και οι χορηγίες συγκεντρώνουν 29,1%, ενώ η αποκλειστική κρατική χρηματοδότηση 12,2%. Το 64% θεωρεί ότι οι ΜΚΟ πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα από το κράτος, το 73,3% ότι οι δράσεις τους πρέπει να είναι συμπληρωματικές προς το κράτος και το 46% ότι το κράτος θα πρέπει να τους αναθέτει έργα. Συμπερασματικά, οι ΜΚΟ, ως ανεξάρτητοι και μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, οφείλουν να λειτουργούν αυτόνομα, αλλά και σε συνεργασία με την Πολιτεία και άλλους φορείς, ώστε οι δράσεις τους να εξυπηρετούν τον βασικό τους σκοπό: την αλληλεγγύη και τη γενικότερη κοινωνική ευημερία.

Κλείνοντας, να αναφέρω ότι η διαΝΕΟσις πρόσφατα εξέδωσε βιβλίο με προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση, δομημένες σε οκτώ θεματικές ενότητες (Κοινοβούλιο, Ανεξάρτητες Αρχές, Ατομικά Δικαιώματα, Κοινωνικό Κράτος, Οικονομία και Σύνταγμα, Σύνταγμα και Θρησκεύματα, Δικαιοσύνη, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Εκτελεστική Εξουσία). Το υλικό είναι διαθέσιμο δωρεάν στην ιστοσελίδα.

Σοφία Πέππα, PhD Σύμβουλος Υπουργείο Εσωτερικών

Ο ρόλος του κράτους σε σχέση με την κοινωνία των πολιτών είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Τι οφείλει να κάνει ένα σύγχρονο κράτος, το οποίο θεωρούμε αυτονόητο ότι αναγνωρίζει, σέβεται και επιδιώκει μια ισχυρή και —κυρίως— ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών; Πρώτον, οφείλει να εξασφαλίζει ένα σταθερό πλαίσιο κανόνων. Να θέτει τους απαραίτητους κανόνες για την οργανωμένη και ομαλή λειτουργία των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και του εθελοντισμού.Δεύτερον, να ενισχύει και να υποστηρίζει τη δράση τους με δύο τρόπους: αφενός να μην θέτει εμπόδια και αφετέρου να παρέχει κίνητρα — πάντοτε όμως χωρίς να επηρεάζεται ο χαρακτήρας και κυρίως η ανεξαρτησία τους. Τρίτον, να εξασφαλίζει την απαιτούμενη διαφάνεια και λογοδοσία.

Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι η κινητήριος δύναμη της κοινωνίας των πολιτών είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών. Άρα το κράτος, όπου και όταν έχει αρμοδιότητα, πρέπει να συμβάλλει στη διαφάνεια και στη λογοδοσία. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να παρεμβαίνει παντού, αλλά όπου εμπλέκεται, οφείλει να διασφαλίζει αυτούς τους όρους. Αυτόν τον ρόλο ανέλαβε το 2021 το Υπουργείο Εσωτερικών. Για πρώτη φορά θεσπίστηκε ένα συνολικό πλαίσιο — ο νόμος 4873/2021 — που αφορά την κοινωνία των πολιτών. Στόχος ήταν να ενισχυθεί η διαφάνεια και η λογοδοσία και, παράλληλα, να στηριχθούν οι οργανώσεις χωρίς να επηρεαστεί η ανεξαρτησία τους. Κατά τον σχεδιασμό λήφθηκαν υπόψη δύο βασικά δεδομένα: Πρώτον, ότι οι έρευνες έδειχναν χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών προς τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και άρα έπρεπε να δοθεί έμφαση στη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Δεύτερον, ότι δεν υπήρχε ενιαία, καταγεγραμμένη και χαρτογραφημένη εικόνα των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Μέχρι τότε υπήρχαν αποσπασματικά μητρώα σε διαφορετικά υπουργεία. Μια οργάνωση περιβάλλοντος ήταν καταγεγραμμένη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, μια οργάνωση υγείας στο Υπουργείο Υγείας — με διαφορετικά στοιχεία και διαδικασίες. Δεν υπήρχε ενιαία καταγραφή ούτε χαρτογράφηση. Αυτό δημιουργούσε διοικητική επιβάρυνση και ταλαιπωρία για τις ίδιες τις οργανώσεις.

Ο νόμος 4873/2021 επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα ζητήματα αυτά, ιδίως στο σκέλος της κρατικής χρηματοδότησης. Δημιουργήθηκε ένα σύγχρονο πληροφοριακό σύστημα — με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας — και θεσπίστηκαν δύο βάσεις δεδομένων με υποχρεωτική εγγραφή για οργανώσεις που λαμβάνουν ή επιθυμούν να λάβουν κρατική χρηματοδότηση. Η επιλογή ύπαρξης δύο βάσεων ήταν συνειδητή, ώστε να διασφαλιστεί αναλογική μεταχείριση μικρότερων και μεγαλύτερων οργανώσεων:
  • Στη δημόσια βάση δεδομένων εγγράφονται οργανώσεις που λαμβάνουν ή επιθυμούν να λάβουν επιχορήγηση έως 50.000 ευρώ.
  • Στο ειδικό μητρώο εγγράφονται οργανώσεις που λαμβάνουν ή επιθυμούν να λάβουν επιχορήγηση άνω των 50.000 ευρώ, με αυξημένες απαιτήσεις ως προς τα δικαιολογητικά και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.
Σημειώνεται ότι οι οργανώσεις που εγγράφονται μπορούν να λάβουν και φορολογικά κίνητρα και απαλλαγές — στοιχείο που λειτουργεί ως επιπλέον ενίσχυση.
Μέχρι σήμερα έχουν εγγραφεί:
  • 2.210 οργανώσεις στη δημόσια βάση δεδομένων
  • περίπου 770 στο ειδικό μητρώο (με αρκετές αιτήσεις σε εκκρεμότητα λόγω ελλιπών δικαιολογητικών).
Ωστόσο, το ζήτημα της συνολικής ενιαίας καταγραφής όλων των οργανώσεων παρέμενε. Σε αυτό το σημείο ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο το Σχέδιο Δράσης, το οποίο αποτέλεσε πολύτιμο εργαλείο. Πολλές από τις πρόσφατες βελτιωτικές τροποποιήσεις (νόμος 5270/2023) βασίστηκαν σε παρατηρήσεις και προτάσεις που προέκυψαν και από εκεί. Στο νέο πλαίσιο προβλέπεται πλέον η δημιουργία Παρατηρητηρίου της Κοινωνίας των Πολιτών, το οποίο θα φιλοξενείται στην ίδια ψηφιακή πλατφόρμα. Το Παρατηρητήριο δεν θα έχει διοικητικό έλεγχο ή υποχρέωση υποβολής δικαιολογητικών. Θα αποτελεί έναν ανοιχτό χώρο καταγραφής βασικών στοιχείων: ποια είναι η οργάνωση, σε ποιους τομείς δραστηριοποιείται, σε ποια περιφέρεια βρίσκεται και ποιες είναι οι βασικές δράσεις που σχεδιάζει. 

Στόχος είναι να λειτουργήσει:
  • ως εργαλείο ενιαίας χαρτογράφησης,
  • ως χώρος προβολής του έργου των οργανώσεων,
  • ως σημείο διασύνδεσης με τον ιδιωτικό τομέα.
Οι επιχειρήσεις, στο πλαίσιο ESG υποχρεώσεων και δράσεων κοινωνικού αντικτύπου, συχνά δυσκολεύονται να εντοπίσουν αξιόπιστες συνεργασίες. Το Παρατηρητήριο φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως γέφυρα. Ο νόμος περιλαμβάνει επίσης προβλέψεις για την προστασία και ενίσχυση του εθελοντισμού, δεδομένου ότι τα ποσοστά συμμετοχής παραμένουν χαμηλά.Κλείνοντας, δύο ζητήματα που συνεχίζουν να μας απασχολούν: Πρώτον, η αποσαφήνιση της έννοιας της κοινωνίας των πολιτών. Τα όρια δεν είναι πάντα σαφή. Υπάρχει ένα φάσμα που ξεκινά από οργανώσεις που βασίζονται στον εθελοντισμό και φτάνει έως φορείς που σε ορισμένες περιπτώσεις υποκαθιστούν λειτουργίες του κράτους παρέχοντας επαγγελματικές υπηρεσίες. Εκεί δημιουργείται μια σύνθετη ζώνη μεταξύ κράτους και αγοράς. Δεύτερον, ο δομημένος διάλογος με την κοινωνία των πολιτών.
Υπάρχει και ευρωπαϊκή πίεση — στο πλαίσιο του κράτους δικαίου — για οργανωμένο διάλογο. Το Υπουργείο είναι ανοιχτό. Όμως δεν υπάρχει ενιαία εκπροσώπηση των οργανώσεων, κάτι που ίσως είναι και θεμιτό, δεδομένης της πολυμορφίας τους. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία συντονισμένης εκπροσώπησης δυσκολεύει τη διαβούλευση και τη συλλογή συστηματικού feedback.

Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Το ερώτημα από την πλευρά του Συντάγματος είναι αν μας ικανοποιεί το ισχύον πλαίσιο ή αν θεωρούμε ότι υπάρχει κάποιο έλλειμμα στο βασικό άρθρο που καλύπτει την ύπαρξη και τη συνταγματική προστασία της κοινωνίας των πολιτών και των οργανώσεών της. Πρόκειται για το άρθρο 12 του Συντάγματος, ένα κλασικό δικαίωμα — το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Δηλαδή, το δικαίωμα κάποιου να ιδρύει ενώσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, που ανήκουν σε αυτό που παλαιότερα αποκαλούσαμε «τρίτο τομέα», δίπλα στο κράτος και την ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα που στοχεύει στο κέρδος. Το άρθρο 12 ενισχύεται βεβαίως από την αντίστοιχη πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Όπως τονίσαμε και στην εκδήλωση που πραγματοποιήσαμε με τη διαΝΕΟσις, σήμερα όλα τα ατομικά δικαιώματα ερμηνεύονται υπό το φως της Σύμβασης και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η νομολογία αυτή έχει μια σαφώς φιλελεύθερη κατεύθυνση, ενίοτε πιο φιλελεύθερη από την ελληνική νομολογία. Αυτό έχει φανεί ιδίως σε υποθέσεις που αφορούν οργανώσεις οι οποίες συνδέονται με ζητήματα εθνοτικής ή γλωσσικής ταυτότητας και που ενδέχεται να αμφισβητούν κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα. Έχουν υπάρξει γνωστές υποθέσεις που αφορούσαν σωματεία σλαβόφωνων πληθυσμών στη Μακεδονία ή τα αποκαλούμενα «τουρκικά σωματεία» στη Θράκη. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ότι η ελληνική νομολογία αντιμετώπισε τα ζητήματα αυτά με περιοριστικό τρόπο. Πέραν αυτών, όμως, δεν διαπιστώνεται κάποιο γενικευμένο ή συστημικό πρόβλημα που να μην καλύπτεται ήδη είτε από το άρθρο 12 είτε από τη νομολογία του Στρασβούργου.

Θα είχε νόημα μια επικαιροποίηση του άρθρου 12 προς μια κατεύθυνση πιο φιλελεύθερη ή πιο ρητά προστατευτική; Ένα μεγάλο ζήτημα είναι εκείνο της χρηματοδότησης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Όταν διαχειρίζονται κρατικούς πόρους, είναι αυτονόητο ότι απαιτείται αυξημένος έλεγχος. Αυτό δεν αφορά μόνο τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, αλλά γενικότερα κάθε φορέα που διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα. Το άρθρο 12 ορίζει ότι «οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους». Η διατύπωση «τηρώντας τους νόμους» συνιστά γενική επιφύλαξη υπέρ του νόμου. Θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν αυτή η γενική επιφύλαξη επιτρέπει ενδεχομένως υπερβολικούς περιορισμούς. Ωστόσο, το ίδιο άρθρο προβλέπει ρητά ότι η άσκηση του δικαιώματος δεν μπορεί να εξαρτηθεί από προηγούμενη άδεια — κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Επιπλέον, ένα σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί παρά μόνο με δικαστική απόφαση, και όχι με διοικητική πράξη. Πρόκειται για σαφώς φιλελεύθερες εγγυήσεις.

Οι τελευταίες παράγραφοι του άρθρου, που αφορούν συνεταιρισμούς και αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, έχουν μάλλον περιορισμένη σημερινή επικαιρότητα και ειδικότερο χαρακτήρα. Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 12; Αν ναι, σε ποια κατεύθυνση; Η δική μου θέση είναι ότι ένα τέτοιο αίτημα θα έπρεπε να προέλθει πρωτίστως από τους ίδιους τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών. Το Σύνταγμα λειτουργεί, κατά κάποιον τρόπο, δευτερογενώς: πρώτα δρα η κοινωνία, η οποία πρέπει να είναι ελεύθερη έναντι του κράτους. Στη συνέχεια παρεμβαίνει ο νόμος, ο οποίος θέτει όρια. Και τέλος το Σύνταγμα καλείται να περιορίσει τον περιορισμό — να εγγυηθεί δηλαδή ότι οι νομοθετικοί περιορισμοί δεν υπερβαίνουν τα επιτρεπτά όρια. Αν, λοιπόν, στην πράξη ο κοινός νομοθέτης σκοντάφτει σε συνταγματικό εμπόδιο που δεν του επιτρέπει να υιοθετήσει μια πιο φιλελεύθερη ρύθμιση, τότε ίσως θα είχε νόημα μια συνταγματική τροποποίηση. Δεν θεωρώ, όμως, ότι πρέπει να προταθεί αφηρημένα ή προληπτικά.

Θέτω, επίσης, ένα επιπλέον ζήτημα: ποια θα είναι η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών σε μια μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση; Θα υπάρξει οργανωμένη διαβούλευση ή θα πρόκειται αποκλειστικά για διαδικασία των κομμάτων και των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας; Το ερώτημα αυτό συνδέεται και με προηγούμενες πρωτοβουλίες, όπως η λεγόμενη «Κίνηση των 800 ΜΚΟ για το Σύνταγμα και τους Θεσμούς», η οποία είχε ενεργό ρόλο στον δημόσιο διάλογο για μια περίοδο, αν και τελικά οι σχετικές προτάσεις —μεταξύ άλλων για ρητή συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνίας των πολιτών— δεν υιοθετήθηκαν. Το ζήτημα, επομένως, παραμένει ανοιχτό: όχι μόνο αν απαιτείται αναθεώρηση, αλλά και πώς και από ποιους θα διαμορφωθεί το σχετικό αίτημα.

Νικόλας Ραΐσης μέλος του Δ.Σ. της ΜΚΟ «Αρχέλων»

Από το 2006 και μετά έγινε μια σημαντική προσπάθεια. Ξεκίνησε με πρωτοβουλία του αείμνηστου φίλου Νικήτα Λιοναράκη, ο οποίος είχε την ιδέα να κινητοποιηθούμε, καθώς τότε δεν υπήρχε κανένας νόμος που να καλύπτει τους εθελοντές ούτε κάποιο θεσμικό πλαίσιο για τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως τις αποκαλούσαμε τότε. Ξεκίνησε, λοιπόν, μια προσπάθεια να συγκεντρωθούν πολλές οργανώσεις. Συμμετείχαν περίπου 800, έγιναν πολλές συναντήσεις, αφιερώθηκε πολύς χρόνος και υλοποιήθηκε μια καμπάνια. Δεν ήμασταν σωματείο, δεν υπήρχαν χρήματα· όλα βασίζονταν στην καθαρά εθελοντική προσφορά και εργασία. Στην αρχή καταβάλαμε μεγάλη προσπάθεια: επισκεφθήκαμε τα κόμματα και συναντηθήκαμε με τους αρμόδιους εκπροσώπους τους για θέματα εθελοντισμού.

Δυστυχώς, περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα, ο Νικήτας έφυγε από τη ζωή. Συνεχίσαμε την προσπάθεια. Επισκεφθήκαμε τα κόμματα, συμμετείχαμε σε κομματικά συνέδρια και παρουσιάσαμε τις θέσεις μας. Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή της αναθεώρησης του Συντάγματος. Από τις 38 προτάσεις αναθεώρησης που κατατέθηκαν μία αφορούσε την κατοχύρωση της ενίσχυσης του εθελοντισμού και της κοινωνίας των πολιτών. Δυστυχώς, το σχετικό άρθρο εντάχθηκε στο άρθρο 16, το οποίο εκείνη την περίοδο ήταν ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο και, ουσιαστικά, «καταδικασμένο» να μην συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ψήφους. Ωστόσο, εμείς το θεωρήσαμε επιτυχία ότι η πρόταση εντάχθηκε στο Σύνταγμα προς ψήφιση. Προστέθηκε στο άρθρο 16, παράγραφος 11 και ανέφερε: «Η ενίσχυση του εθελοντισμού και της κοινωνίας των πολιτών, που εκφράζονται ατομικά ή οργανωμένα, αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του κράτους».Η διάταξη αυτή ψηφίστηκε τόσο στην προτείνουσα όσο και στην αναθεωρητική Βουλή. Δεν συγκέντρωσε, όμως, τον απαιτούμενο αριθμό ψήφων (άνω των 180) και έτσι δεν ολοκληρώθηκε η αναθεώρηση. Παρ’ όλα αυτά, θεωρήσαμε ότι είχε δοθεί ένα έναυσμα και ότι στο μέλλον ίσως το ζήτημα επανερχόταν.

Στην προσπάθεια συμμετείχαν πολλοί συνταγματολόγοι και νομικοί, με συμβολή και επιστημονική υποστήριξη. Στη συνέχεια, η καμπάνια διευρύνθηκε και έλαβε τον τίτλο «για το Σύνταγμα και τους Θεσμούς». Αφού η συνταγματική προσπάθεια δεν προχώρησε, στραφήκαμε στην προώθηση ειδικού νόμου. Παρουσιάστηκε πρόταση νομοσχεδίου, με τη συμμετοχή πολλών οργανώσεων. Έγινε δημόσια παρουσίαση στην ΕΣΗΕΑ, παρουσία πανεπιστημιακών και βουλευτών από διάφορα κόμματα. Έγινε συζήτηση, αλλά τελικά δεν υπήρξε νομοθετική εξέλιξη. Το 2011 προτάθηκε η δημιουργία ανεξάρτητης αρχής. Στις 22 Φεβρουαρίου 2011 συμμετείχαμε σε συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Παρόντες ήταν, μεταξύ άλλων, ο Σωτήρης Παπασπυρόπουλος — που αργότερα ανέλαβε τον συντονισμό της καμπάνιας — και άλλοι εκπρόσωποι οργανώσεων. Καταθέσαμε αναλυτικά τις προτάσεις μας, οι οποίες καταγράφηκαν στα πρακτικά της Βουλής. Υποβλήθηκε σχετική πρόταση, αλλά δεν προχώρησε. Έκτοτε, το θέμα επανερχόταν κατά διαστήματα. Μεσολάβησαν πρωτοβουλίες, όπως το «Έργο Πολιτών», στο οποίο συμμετείχαμε σε διαβουλεύσεις. Ορισμένες οργανώσεις εγγράφηκαν, έγιναν συζητήσεις, αλλά και αυτή η προσπάθεια δεν προχώρησε. Τελικά, ο νόμος του 2021 αποτέλεσε μια ουσιαστική αφετηρία. Έκτοτε έχουν γίνει και τροποποιήσεις του. Υπάρχουν ακόμη επιφυλάξεις και παρατηρήσεις, τις οποίες θα συζητήσουμε αναλυτικότερα. Κλείνοντας, θέλω να αναφέρω —προερχόμενος από τον «Σύλλογο Αρχέλων», όπου συμμετείχα από το 1987 και διετέλεσα και πρόεδρος— ότι για πολλά χρόνια συζητούσαμε στα Υπουργεία ζητήματα θεσμικής αναγνώρισης του εθελοντισμού. Το ζήτημα της θεσμικής αναγνώρισης και ενιαίας αντιμετώπισης του εθελοντισμού παραμένει, κατά τη γνώμη μου, ανοικτό και κρίσιμο.

Στη συνέχεια της συζήτησης έγιναν παρεμβάσεις από τους Θεόδωρο Αλεξίου, Σωτήρη Παπασπυρόπουλο, Μπάμπη Παπαϊωάννου, Μιχάλη Σκούλλο, Απόστολο Βεϊζη, Κατερίνα Ανδρωνά, Λώρα Παππά, Μίκα Ιωαννίδου, Σπύρο Κόγκα, Ευγενία Μπαρμπαγιάννη, Γιώργο Γαμπιεράκη, Κωνσταντίνο Φεζούδη, Δημήτρη Παπαγγελόπουλο και Γιώργο Λιγνό.

Τα βασικά συμπεράσματα συνοψίστηκαν ως εξής: υπάρχει ανάγκη για ενίσχυση της συνταγματικής προστασίας της κοινωνίας πολιτών, ώστε να μην είναι ευάλωτη σε μελλοντικές αλλαγές, το άρθρο 12 του Συντάγματος μπορεί να επικαιροποιηθεί για να παρέχει περισσότερη προστασία και ελευθερία στις οργανώσεις, χρειάζεται να υπάρξει ένας δομημένος διάλογος και συντονισμός μεταξύ των οργανώσεων κοινωνίας πολιτών για να διεκδικήσουν ρόλο στη διαδικασία αναθεώρησης και το κράτος πρέπει να διασφαλίσει ένα σταθερό πλαίσιο λειτουργίας, να παρέχει κίνητρα και να ενισχύει τη διαφάνεια και λογοδοσία των οργανώσεων. Οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι χρειάζεται να υπάρξει μια συντονισμένη προσπάθεια των οργανώσεων κοινωνίας πολιτών για να διεκδικήσουν ρόλο στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και ορίστηκε μια επόμενη συνάντηση για να συζητηθούν συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση του άρθρου 12 και άλλων σχετικών άρθρων του Συντάγματος. Τέλος, θα εξεταστεί το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός διαρκούς φόρουμ κοινωνίας πολιτών που θα συμμετέχει στη διαδικασία αναθεώρησης.
εγγραφή στοnewsletter
#visithexperience
+συμμετοχή
Η επέκεινα χώρα είναι τρόπος σκέψης και στάση ζωής. Η δημιουργία μιας κοινότητας. Γίνε και εσυ μέρος της κοινότητας διαλέγοντας τον τρόπο που σου ταιριάζει περισσότερο.